Chris Tsangarides: “ Ό,τι κι αν κάνουμε στη ζωή μας, αυτό που θέλουμε όλοι είναι να σκέφτονται για εμάς ότι είμαστε καλοί”


Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017 και ώρα 14:00. Ο θρυλικός μουσικός παραγωγός, τεχνικός ήχου και ηχολήπτης, Chris Tsangarides, βρίσκεται ήδη στο στούντιό του στην Αγγλία. Εδώ και αρκετές ημέρες δουλεύει εντατικά για να διεκπεραιώσει τα projects που έχει αναλάβει. Το ραντεβού μας κλείστηκε μόλις μερικές ημέρες πριν. Εγώ στην Αθήνα, εκείνος στην Αγγλία και η συζήτησή μας ξεκινά με τη βοήθεια της υπηρεσίας των video κλήσεων, που παρέχει το facebook messenger. Μία συζήτηση που κράτησε μόλις μισή ώρα, αλλά ειπώθηκαν πληροφορίες και στιγμές από την επιτυχημένη πορεία του παραγωγού, αναμνήσεις και οι απόψεις του για το χθες και το σήμερα.

Ο Chris Tsangarides, γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1956. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Αγγλία όταν ήταν τριών χρονών, όπως μου αφηγήθηκε μερικές ημέρες νωρίτερα. Ήταν υποψήφιος για βραβείο Grammy, ενώ έχει μείνει στην ιστορία για τις εξαιρετικές παραγωγές του και τις ιστορικές συνεργασίες του με συγκροτήματα και καλλιτέχνες της μέταλ και της ροκ μουσικής σκηνής, όπως οι Judas Priest, Black Sabbath, Anvil, Gary Moore, Thin Lizzy, Helloween, Angra, Anthem, Depeche Mode κ.ά.

Στις 6 Ιανουαρίου 2018, η είδηση του θανάτου του Chris Tsangarides κάνει το γύρο του κόσμου, γεμίζοντας θλίψη την οικογένεια, τους φίλους, τους συνεργάτες του, αλλά και τους θαυμαστές του.

Σήμερα Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018, με αφορμή τη συμπλήρωση των πέντε μηνών από το θάνατό του, δημοσιεύεται για πρώτη φορά αυτή η τελευταία του συνέντευξη, που μου παραχώρησε πριν μερικούς μήνες, για να τιμήσουμε και εμείς με τη σειρά μας τη μνήμη του. Άλλωστε επιθυμία της οικογένειας είναι ο κόσμος να συνεχίσει να τον θυμάται σαν να ήταν εδώ και για αυτό έχει μείνει ενεργοποιημένο και το προφίλ του στο facebook.

Και κάπως έτσι, ο Chris Tsangarides ξεκίνησε την αφήγηση της ιστορίας του από την εποχή που ήταν μαθητευόμενος στα Morgan Studios και μετατράπηκε από τον νέο που έφερνε το τσάι και τον καφέ στον άνδρα που καθόταν πίσω από την κονσόλα και τους έλεγε τι να κάνουν.

Συνέντευξη του θρυλικού παραγωγού Chris Tsangarides στη Ράνια Παπαδοπούλου
 
-Ξεκινήσατε τις μουσικές σπουδές σας στο Royal Academy of music, σπουδάζοντας πιάνο και τρομπέτα. Ωστόσο, γιατί αποφασίσατε να σπουδάσετε οικονομικά;
C.T.: Επειδή, δεν πίστευα ότι θα κάνω καριέρα στη μουσική. Με τις σπουδές στα οικονομικά, μπορείς να κάνεις πολλά, αλλά δε μου άρεσαν πραγματικά. Η μουσική ήταν αυτό που θα ήθελα να κάνω, οπότε ήμουν πολύ τυχερός που βρήκα δουλειά  στα Morgan Studios, ως εκπαιδευόμενος για να γίνω ηχολήπτης σε ηχογραφήσεις. Αυτό ήταν που ήθελα να κάνω εκείνη την περίοδο.

-Και τι εμπειρίες αποκομίσατε ως εκπαιδευόμενος στα Morgan Studios;
C.T.: Ήταν ο καλύτερος τρόπος για να μάθω, γιατί εκείνη την εποχή ήταν τα σπουδαιότερα στούντιο στο Λονδίνο, λόγω του ότι είχαν τους καλύτερους πελάτες. Είχαμε πολύ δυνατά ονόματα. Την πρώτη εβδομάδα που ήμουν εκεί, στο ένα στούντιο ήταν οι Black Sabbath, σε ένα άλλο οι Jethro Tull κλπ. Αυτά ήταν τα κορυφαία συγκροτήματα εκείνης της εποχής και από αυτό το επίπεδο έγινε η αρχή για εμένα και συνεχίστηκε στην πορεία. Ήμουν πολύ τυχερός να διδαχθώ από τους καλύτερους ανθρώπους, που υπήρχαν εκείνη την περίοδο. Γιατί, αν και είχαμε τότε σχολεία, δεν υπήρχαν κολλέγια για να πάμε και κανείς άλλος δε μπορούσε να μας διδάξει επισήμως. Έπρεπε να ακολουθήσεις το δικό σου μονοπάτι.

-Όπως αναφέρατε, έχετε συνεργαστεί με πολλά συγκροτήματα της heavy metal και της ροκ μουσικής σκηνής, όπως οι Black Sabbath, οι Judas Priest, οι Depeche mode κ.ά. Τι κρατάτε στη μνήμη σας από αυτές τις συνεργασίες;
C.T.: Αυτές είναι πολύ παλιές μνήμες μου, γιατί είχαμε μία ολόκληρη καριέρα μαζί με αυτά τα συγκροτήματα. Συνάντησα τους Black Sabbath όταν ξεκίνησα να δουλεύω στα Morgan Studios. Με είδαν να γίνομαι από τον τύπο που τους έφερνε το τσάι και τον καφέ στον άνδρα που καθόταν πίσω από την κονσόλα και τους έλεγε τι να κάνουν. Ήταν φανταστικό! Το καλύτερο!

-Ποια είναι η πιο σημαντική σας συνεργασία από την άποψη του καλλιτεχνικού αποτελέσματος;
C.T.:  Α, είναι τόσες πολλές. Πραγματικά υπάρχουν τόσες πολλές, αλλά μία είναι αυτή που συνεχίζει να μου έρχεται στο νου. Είναι η συνεργασία με τους Judas Priest όταν κάναμε το δίσκο “Painkiller” και χρησιμοποίησαν ένα από τα τραγούδια που είχα γράψει, το «Touch of Evil» και οι Judas Priest  το υπερασπίστηκαν. Είχα γράψει αυτό το τραγούδι, αλλά το καθυστερούσα, ήθελαν να το ηχογραφήσουν. Επίσης, πρόσθεσαν τις φωνές, τις μελωδίες και άλλα πράγματα και έγινε ένα μεγάλο τραγούδι για αυτούς. Αυτό ήταν φανταστικό, γιατί συνέθετε όλο το σύνολο των ικανοτήτων μου, από το γράψιμο, την παραγωγή έως την ηχογράφηση, το παίξιμο κλπ.. Ήταν πραγματικά καλό.


-Επίσης μέσα στο χρόνο, αποκτήσατε μία υποψηφιότητα για βραβείο Grammy. Πώς νιώθετε για αυτό;
C.T.: Θα προτιμούσα αν κέρδιζα. Χα χα! Αλλά είναι γεγονός ότι μόνο ένα άτομο μπορεί να κερδίσει το βραβείο. Ωστόσο, το γεγονός ότι σε προτείνουν σημαίνει ότι πιστεύουν πως το αξίζεις. Και αυτό είναι μία καλή αναγνώριση. Ό,τι κι αν κάνουμε στη ζωή μας, αυτό που θέλουμε όλοι είναι να σκέφτονται για εμάς ότι είμαστε καλοί. Ξέρεις, αυτό είναι εκπληκτικό, εκτός από το γεγονός ότι σε αναγκάζουν να πληρώσεις για το δίπλωμα. Χα χα! Είναι σαράντα δολάρια. Και να λοιπόν! Χα χα! Περισσότερη τιμή για το εγώ.

-Στις αρχές του 2000 ανοίξατε το δικό σας label, το οποίο το ονομάσατε “Rainmaker Music”. Τι σας οδήγησε σε αυτή την απόφαση;
C.T.: Αυτό που με οδήγησε σε αυτή την απόφαση είναι ο τρόπος, που έχει γίνει η μουσική βιομηχανία. Τα μεγάλα labels το μόνο για το οποίο νοιάζονται είναι η εμπορική πλευρά της μουσικής, η ποπ μουσική, χωρίς να ξοδεύουν αρκετά χρήματα για τη μουσική ως τέχνη. Τους νοιάζει μόνο το πώς θα κερδίσουν χρήματα. Οπότε, μικρότεροι άνθρωποι, μικρότερα labels ενδιαφέρονται περισσότερο για τη μουσική ως τέχνη και αυτό είναι το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου. Εννοώ, είναι σπουδαίο το να βγάζεις χρήματα, αλλά όταν δεν υπάρχει το κομμάτι της τέχνης σε αυτό, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός ο κόσμος είναι τόσο δυνατός όσο κανείς άλλος. Αυτός  λοιπόν, είναι ένας από τους λόγους που κάνεις κάτι δικό σου. Και αυτό, είναι ένα πράγμα που η σύγχρονη κοινωνία δίνει τη δυνατότητα στον καθένα να το πραγματοποιήσει με το διαδίκτυο και την online ακρόαση. Αυτή είναι και η θετική πλευρά σε αυτό.

-Και η αρνητική;
C.T.: Είναι η βιομηχανία όπως τη γνωρίζουμε. Η μουσική βιομηχανία δεν είναι μουσική, παρά μόνο βιομηχανία, κάτι που νομίζω ότι είναι πολύ λυπηρό. Αυτό είναι καλό από μία άποψη. Οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν αυτό που θέλουν ακόμα και σε ένα φορητό υπολογιστή στην κρεβατοκάμαρά τους, ωστόσο αυτό που με απασχολεί είναι η ποιότητα. Δεν υπάρχει έλεγχος ποιότητας στη μουσική, που κυκλοφορούν οι άνθρωποι. Ενώ, αν μεταφερθούμε στη δεκαετία του 1960, του 1970 κλπ., το κοινό έδινε καλά χρήματα για να αγοράσει φανταστική μουσική, επειδή ήταν όντως φανταστική. Τα περισσότερα μουσικά δείγματα εκείνης της εποχής ήταν πραγματικά πολύ καλά, επειδή υπήρχαν άνθρωποι που τα επέλεγαν. Υπήρχε ένα βαρόμετρο σε αυτούς τους ανθρώπους. Έλεγαν «Αυτοί δεν είναι πολύ καλοί, δε θα υπογράψουν συμβόλαιο. Εκείνοι είναι, θα υπογράψουν». Και αυτό είναι που λείπει τώρα. Επειδή ένας μουσικός αγοράζει έναν υπολογιστή, αυτό δεν τον κάνει εξαιρετικό παραγωγό. Ξέρεις, αν αγοράσεις μία κιθάρα και δεν έχεις παίξει ποτέ στη ζωή σου, αυτό δε σε κάνει κιθαρίστα. Αυτό ισχύει και όταν κάνεις εξαιρετικούς δίσκους, όπως αυτοί που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν. Ο καθένας που συμμετείχε ήταν ειδικός στο πεδίο του και για αυτό είχαν την αντίστοιχη επιτυχία.

-Αυτά είναι λοιπόν, και τα συμπεράσματά σας για τη μουσική βιομηχανία;
 C.T.: Ναι. Τώρα είναι βιομηχανία. Δεν έχει να κάνει με τη μουσική, παρά μόνο με τις πωλήσεις. Και όπως είπα αυτό θα μπορούσε να ισχύει για ο,τιδήποτε άλλο, εκτός από τη μουσική. Θα μπορούσε να ήταν στιλό ή μολύβια. Δεν έχει σημασία. Είναι ένας τρόπος των ανθρώπων της βιομηχανίας για να βγάλουν χρήματα. Ναι, φυσικά και χρειάζεται να βγάζεις χρήματα για να κρατήσεις το ο,τιδήποτε. Πρέπει να «ντύνεις» το βασικό κομμάτι της μουσικής, που έχει να κάνει με την τέχνη και τον πολιτισμό της. Αυτό ισχύει για όλα τα είδη της μουσικής, την country, τα blues, την κλασική κλπ. Είναι πολύ λυπηρό, επειδή, εμείς εδώ στη Βρετανία είχαμε τις καλύτερες ηχογραφήσεις και καλλιτέχνες και γνησιότητα. Δυστυχώς, αυτοί όλοι πεθαίνουν και δεν υπάρχει κανείς για να τους αντικαταστήσει. Είναι λυπηρό, αλλά το κάνουμε.

- Επίσης ένα από τα κατορθώματά σας είναι και το ” vortex”.
C.T.: Ναι είναι μία τεχνική στην οποία έπεσα επάνω της. Απλώς είχα την ιδέα πώς να κάνουμε μία κιθάρα να ακούγεται πιο ζωντανή «σαν ηχητική δίνη». Και αυτός ήταν ο τρόπος: η χρήση των μικροφώνων, η μετακίνηση τους στα όρια της πηγής και η τοποθέτηση τους σε συγκεκριμένες θέσεις. Όταν το ακούς αυτό στην ηχογράφηση, ακούγεται ακριβώς σαν να είσαι εκεί, στο δωμάτιο με τον κιθαρίστα. Αυτό μου αρέσει. 

-Κατά τη γνώμη σας ποιο είναι το κλειδί της επιτυχίας κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων;
 C.T.: Το κλειδί της επιτυχίας νομίζω ότι είναι το αν μπορείς να ηχογραφήσεις το τραγούδι και οι δημιουργοί και οι μουσικοί να έρθουν και να σου πουν «Είναι ακριβώς όπως το άκουγα στο μυαλό μου». Βασικά, να μπορείς να ερμηνεύσεις τι ακριβώς θέλουν και να μπορούν να πουν ότι «Το θέλω να ηχεί κάπως έτσι ή …» και τότε πρέπει να προχωρήσεις και να το φτιάξεις για αυτούς. Όταν σου πουν «Ναι, ακούγεται υπέροχα», αυτό είναι επιτυχία.

-Ποια είναι τα στοιχεία μίας πολύ καλής παραγωγής και τι θεωρείς ως καλή παραγωγή;
C.T.:  Τα στοιχεία κατά τη γνώμη μου όμως, γιατί οι άνθρωποι ακούν τη μουσική με διαφορετικούς τρόπους. Όταν ακούω ένα τραγούδι Νο 1, όταν ακούω ένα τραγούδι, μπορώ να τραγουδήσω τη μελωδία; Αν το καταφέρω, τότε είναι καλό. Το επόμενο πράγμα που σκέφτομαι στιγμιαία όμως, που κάνει καλή μία παραγωγή είναι το αν μπορώ να ακούσω τον ήχο των ντραμς φυσικό, τις κιθάρες κλπ. Όλα -σχετικά με αυτό- έχουν να κάνουν με το πόσο αληθινός είναι ο ήχος. Αυτή είναι η προτίμησή μου, το προσωπικό μου γούστο, αν και μπορώ να εκτιμήσω την ηλεκτρονική μουσική, τις συνθέσεις κτλ. Αλλά για εμένα είναι αυτό που σας είπα πριν. Θέλω να καθίσω εκεί, να κλείσω τα μάτια μου και να μπορώ να ακούσω το συγκρότημα σαν να στέκομαι εκεί μπροστά τους και  στο παίξιμό της. Αυτό είναι φανταστικό.  

-Κατά τη γνώμη σας, ένας μηχανικός ήχου, ένας ηχολήπτης, πώς πρέπει να προσεγγίζει τη μουσική και τους καλλιτέχνες, που πρόκειται να ηχογραφήσει;  
C.T.: Πάλι, εξαρτάται από το είδος της μουσικής. Το είδος του τραγουδιού ορίζει τον τρόπο που θα το ηχογραφήσεις. Οπότε, πρέπει να κατανοήσεις πολύ καλά τη μουσική και ειδικά πριν γίνεις μηχανικός ήχου. Πρέπει να ξέρεις το πώς αυτά τα συγκεκριμένα συγκροτήματα, για παράδειγμα παίζουν τζαζ, το πώς χρειάζεται να ακούγονται. Χρειάζεται να ξέρεις κάτι σχετικά με αυτό. Όμως, βασικά, δε μπορείς να υποκριθείς ότι το γνωρίζεις, πράγμα από το οποίο προκύπτει και το γιατί υπάρχουν μόλις τόσο λίγοι κορυφαίοι άνθρωποι. 

-Και ένα μουσικό κομμάτι πότε θεωρείτε ότι είναι hit;
C.T.: Παραδοσιακά για εμένα, όταν πουλάει εκατομμύρια, πράγμα που τώρα δε συμβαίνει τόσο συχνά και ειδικά με τη ροκ και τη heavy metal. Αυτό έχει αλλάξει. Οπότε, τώρα ένα κομμάτι θεωρείται hit, ίσως είναι όταν οι κριτικοί αναφέρουν πόσο υπέροχο είναι. Υποθέτω ότι αυτό είναι το επίπεδο που κατορθώνεις ή προσπαθείς να κατορθώσεις αυτές τις μέρες.

-Πιστεύετε ότι το διαδίκτυο έχει συμβάλει στη χειροτέρευση της ποιότητας της μουσικής; 
C.T.: Ναι. Πάρα πολύ, επειδή, όπως είπα, ο οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει κάτι και να το δημοσιεύσει, πράγμα που υποθέτω ότι είναι καλό, αλλά δεν είναι σωστό από άποψη επαγγελματισμού. Όλα ακούγονται υποδεέστερα από αυτό που συνήθιζαν  να ακούγονται, δεν υπάρχει έλεγχος ποιότητας και το πιο λυπηρό είναι το ότι το να είσαι επαγγελματίας είναι πάρα πολύ δύσκολο, μιας και τώρα οι άνθρωποι εξαιτίας του διαδικτύου, αλλά και του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιείται, δεν νιώθουν όπως όταν αγόραζαν μουσική. Και αυτό δεν είναι σωστό, γιατί πόσο καιρό θα πάρει σε ένα μουσικό να φτάσει στο επίπεδο που να παίζει τόσο καλά μουσική  και να μπορεί να γράφει, να επιλέγει, να ηχογραφεί ένα demo κλπ.; Ξέρεις, αυτό δεν είναι σωστό.

-Και όσον αφορά την ελληνική μουσική βιομηχανία ; Έχει ακούσει πρόσφατα τη δουλειά κάποιου ελληνικού συγκροτήματος; Συνεργάζεστε με κάποια ελληνικά συγκροτήματα;
C.T.: Εδώ και λίγο καιρό όχι. Δυστυχώς πριν από μερικά χρόνια ήρθα στην Ελλάδα και όταν επέστρεψα πίσω  στην Αγγλία  υπέφερα από μία πολύ σοβαρή ασθένεια. Έπασχα από τη Νόσος των Λεγεωνάριων, που είναι μία πολύ βαριά πνευμονία και ήμουν σαν νεκρός. Ήμουν σε κώμα. Ήταν απαίσιο. Από εκείνο τον καιρό δεν έχω καταφέρει να έρθω πίσω. Ήμουν σε κώμα, σε εντατική φροντίδα, συνδεδεμένος με μηχανική υποστήριξη κλπ.

-Αλλά τώρα είστε καλά.
C.T.: Ναι απολύτως! Είναι απίστευτο

-Γνωρίζω ότι στο παρελθόν έχετε διδάξει στη SAE Athens ένα κύκλο σεμιναρίων σχετικό με τη διαδικασία των ηχογραφήσεων. Ποιο είναι το επίπεδο των Ελλήνων μαθητών;
C.T.: Πάντα πίστευα ότι είχαν εξαιρετικές δυνατότητες, αλλά αν δεν υπάρχει καμία υποδομή για να μπορούν να κινηθούν, τι γίνεται; Εδώ πάλι, είναι η νοοτροπία της χώρας, που νομίζει ότι η μουσική είναι αρκετά σημαντική για να κάνει μία βιομηχανία. Και αυτό είναι το κλειδί, γιατί οι Έλληνες αγαπούν τη μουσική. Όλη η ιστορία τους είναι γραμμένη στη μουσική. Τι σημασία έχει αν κάποιος παίζει μπουζούκι αντί για κιθάρα; Ξέρεις, εξακολουθεί να ισχύει. Οι καιροί αλλάζουν από το ένα στο άλλο με το πέρασμα του χρόνου. Αν κάποιος θέλει να φτιάξει τη μουσική βιομηχανία πρέπει να το πάρει πολύ σοβαρά. Αυτό είναι που χρειάζεται κάθε χώρα. Είναι στο παιχνίδι. Είναι κάτι φανταστικό, ακόμα και δια μέσου της σχολής. Το να διδάξεις σε ένα παιδί να παίζει κάποιο μουσικό όργανο είναι τελείως άσχετο με το αν θα γίνει επαγγελματίας. Το γεγονός ότι μαθαίνουν κάτι σαν αυτό, διευρύνει το μυαλό τους, τους ορίζοντές τους με φανταστικούς τρόπους. Ξέρεις, ίσως με αυτό τον τρόπο πρέπει να ξεκινήσουμε.

-Λένε ότι δεν υπάρχει βιομηχανία σαν τη μουσική βιομηχανία. Εσείς τι πιστεύετε;
C.T.: Χα χα! Αυτό είναι αλήθεια. Υπάρχουν πάρα πολλά συγκροτήματα και κακοί άνθρωποι στη μουσική βιομηχανία. Είναι γελοίο. Και ειδικά πίσω στη δεκαετία του 1960 και του 1970. Αλλά δεν υπάρχει βιομηχανία σαν κι αυτή, επειδή από το ένα λεπτό στο άλλο, που γράφεις ένα τραγούδι, ίσως σου πάρει πέντε λεπτά για να το γράψεις και μπορεί  να πουλήσει εκατομμύρια και ξαφνικά η ζωή σου να έχει αλλάξει για πάντα. Γίνεσαι αρκετά πλούσιος για να κάνεις ό,τι θέλεις και αυτό είναι φανταστικό. Αυτό είναι ένα είδος δυτικής κουλτούρας, αν θέλετε.

-Και τώρα, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; Ηχογραφείτε κάτι αυτό τον καιρό;
 C.T.:   Τώρα, όπως μιλάμε σήμερα ( σ.σ. 29/11/2017), ολοκληρώνω το τελευταίο τραγούδι για το δίσκο του συγκροτήματός μου. Ονομάζονται «More». Έπειτα θα αρχίσω τη διαδικασία του pre production με ένα συγκρότημα. Λέγονται“Killing Machine”, οι οποίοι είναι: ο  Tim Reaper στο τραγούδι, οι Dave Ellefson και Jimmy Grass από τους Megadeth στα ντραμς και το μπάσο και ένας Γάλλος κιθαρίστας, που ονομάζεται Peter Scheithauer. Αυτό ξεκινά την επόμενη εβδομάδα. Οπότε ξεκινάμε τη διαδικασία του pre production, μετά έχουμε Χριστούγεννα και θα πάω στο Λος Άντζελες για να συμμετέχω στο Namm show έπειτα το Φεβρουάριο – Μάρτιο θα ασχοληθώ με αυτά τα συγκροτήματα, οπότε αυτό είναι καλό.

-Οπότε, θα έχετε και μία ιδιαίτερα δημιουργική χρονιά
C.T.: Ναι! Αυτό είναι καλό. Χα χα! Σε ευχαριστώ πολύ!

-Εγώ σας ευχαριστώ!





Σχόλια